• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
compensate for doing [sth] vi + prep(make amends) (για κτ που έκανα)επανορθώνω ρ αμ
 He booked a table at her favourite restaurant to compensate for forgetting their wedding anniversary.
 Έκλεισε τραπέζι το αγαπημένο της εστιατόριο για να επανορθώσει που ξέχασε την επέτειο του γάμου τους.
compensate for [sth] vi + prep(counterbalance)αντισταθμίζω, εξισορροπώ ρ μ
 Vanessa's talent in art compensates for her poor math skills.
 Το ταλέντο της Βανέσσας στις τέχνες αντισταθμίζει τις κακές επιδόσεις της στα μαθηματικά.
compensate [sb] vtr(reimburse [sb])αποζημιώνω ρ μ
 My insurance company compensated me when I lost my job.
 Η ασφαλιστική μου με αποζημίωσε όταν έχασα τη δουλειά μου.
compensate [sb] for [sth] vtr + prep(reimburse [sb] for [sth](κπ για κτ)αποζημιώνω ρ μ
 The company will compensate you for business expenses.
 Η εταιρεία θα σε αποζημιώσει για τα εταιρικά σου έξοδα.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'compensate for' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση compensate for στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «compensate for».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!